Εκτύπωση

"...Από τη Θράκη στο Ταίναρο και τούμπαλιν" (Ο ποιητής Δ. Μπρούχος μιλά για τον Τ. Αλαβέρα)

Γράφτηκε από τον/την administrator. Posted in Αφιέρωμα στον Αλαβέρα

Αγαπητέ μου πρόεδρε του «ΙΚΤΙΝΟΥ» φίλε Γιώργο,
Αγαπητή μου Ρούλα και αγαπητέ μου Χρήστο,
Αγαπητές και αγαπητοί συν-απόφοιτοι,
Αγαπητέ μου πρόεδρε Ηλία και αγαπητοί συνάδελφοι-μέλη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης
Κυρίες και κύριοι,
Αγαπητοί φίλοι,
Έχω το προνόμιο, τη χαρά, την τιμή και την τύχη να μιλήσω με δυό λόγια από καρδιάς (χάρη στην ευκαιρία που μου δίδεται,από ένα βήμα για μένα οικείο),για μια εμβληματική μορφήτης Ελληνικής Λογοτεχνίας και των Ελληνικών Γραμμάτων, ιδιαιτέρως της πεζογραφίας, που έζησε, μεγάλωσε, αγάπησε, σταδιοδρόμησε, δημιούργησε και προσέφερε τον ίδιο του τον εαυτό σ’ αυτή την πόλη.
Που σε όλη του τη ζωή έδινε βήμα με πατρικές παρατηρήσεις και παραινέσεις σε όσους ξεκινούσαν φιλόδοξα να καταθέσουν τις λογοτεχνικές τους ασκήσεις μαζί με το πνεύμα τους και την καρδιά τους,θέλοντας να επικοινωνήσουν τα όποια μηνύματα των κειμένων τους σε ένα ευρύτερο κοινό.
Για έναν άνθρωπο που έσκυβε με σεβασμό και φροντίδα πάνω σε κάθε πόνημα που του εμπιστευόντουσαν  οι πολλοί, που πέρασαν το κατώφλι του γραφείου του, ελπίζοντας σε μια αντικειμενική γνώμη και γιατί όχι σε μια δημοσίευσή του στο εξαιρετικό και ίσως μοναδικό για τα δεδομένα της πόλης και της εποχής περιοδικό που διηύθυνε. Θα προσπαθήσω όσο γίνεται να περιορίσω  τον πειρασμό να εκφράσω προσωπικά συναισθήματα για τον άνδρα και για τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε στην εξέλιξή μου και στην ιδιότητά μου. Και που βεβαίως, άφησε κι αυτός όπως οι περισσότεροι-αν όχι όλοι-όσοι βρισκόμαστε απόψε εδώ, τα αποτυπώματα των εφηβικών του βημάτων στον αυλόγυρο και στις αίθουσες αυτού του Σχολείου, από το οποίο αποφοίτησε,όπως πολλά χρόνια αργότερα καιταπαιδιά του, Χρήστος και Παναγιώτης.
Ο λόγος-φυσικά-για τον διακεκριμένο και πολυβραβευμένο πεζογράφο-διηγηματογράφο-δοκιμιογράφο-επιμελητή εκδόσεων-εκδότη  μα πάνω απ’ όλα έγκριτο Λογοτέχνη της Θεσσαλονίκης και όχι μόνον, τον διακριτό λαξευτή του Νεοελληνικού πεζού λόγου, Τηλέμαχο Αλαβέρα.
Βρίσκομαι λοιπόν κι εγώ απόψε εδώ, σ’ αυτόν τον χώρο του Σχολειού που είχα την τύχη να φοιτήσω και ν’ αποφοιτήσω. Ενός  Σχολειού που πολύ αγάπησα, που με το ήθος και την καλλιέργεια των δασκάλων του μόρφωσε μέσα μου την ευθύνη, πάνω στην πιθανότητα του ενδεχομένου να γίνω ένας καλός και χρήσιμος άνθρωπος… Δεν ξέρω στ’ αλήθεια αν τα κατάφερα.Ξέρω όμως ότι μέσα σ’ αυτούς τους τοίχους,στις ίδιες αίθουσες,στα ίδια θρανία, χτύπησε για πρώτη φορά αλλιώτικα η καρδιά μου, έμαθα να πολεμώ τους φόβους μου, έχτισα την πίστη μου,έμαθα Γράμματα από τους σεβαστούς μου δασκάλουςκαι δίπλα στις ανάσεςτων αγαπημένων μου συμμαθητών,στις πίσω σελίδες του «πρόχειρου», άφησα να κυλήσουν οι πρώτες μου λέξεις, μέχρι να πάρουν τη θέση αναμεταξύ τους και να αρθρώσουν τους πρώτους μου στίχους.

Είναι στιγμές, στη ζωή του ανθρώπου, που τον ξεπερνούν…
Πρόσωπα, εικόνες, γεγονότα, συναισθήματα, μέρες του άλλοτε, που ακινήτησαν  στο πέρασμα του χρόνου μα παραμένουν τυπωμένες στην καρδιά ανεξίτηλα, από τη  χρώση της μνήμης.
ΠλατείαΔικαστηρίων,Πλάτωνος,Αχειροποίητος,Αγιά-Σοφιά, Παύλου Μελά, Παλαιών Πατρών, Τσιμισκή, Βενιζέλου, Δημοσθένους…
Καθημερινές, γνώριμες διαδρομές με ενδιάμεσες καλημερο-καλησπέρες, με γνωστές μορφές-φιγούρες της πόλης.
Μια από αυτές τις μορφές, ένας οικογενειακός φίλος. Ένας ψιλόλιγνος κύριος, πάντα κομψά ντυμένος, με ευθύβολο βλέμμα, με πηγαίο χαμόγελο, με κοψιά δανδή και περπατησιά ευπατρείδη.
Στα παιδικά μου χρόνια, χαιρετιόταν με τους γονείς μου. Αργότερα, στο ξεπέταγμά μου, όποτε διασταυρωνόταν τα βήματά μας, είχε πάντοτε το χρόνο να μου αφιερώσει μια σύντομη στάση και μια θερμήχειραψία. Η οικεία πια σε μένα αυτή μορφή, δεν ήταν άλλη από τη μορφή του διανοητή, λογοτέχνη, πεζογράφου και επιμελητή εκδόσεων ΤηλέμαχουΑλαβέρα.
Ήταν θυμάμαι Σεπτέμβρης του 1977…
Ήταν η χρονιά, που μια φυγόκεντρη μέσα μου δύναμη και μια εφηβική παρόρμηση μ’ έκανε ν’ αποφασίσω να «εκτεθώ», καταθέτοντας τα συναισθήματά μου και τους πρωτόλειους στίχους μου σε μια «πειραματική» έκδοση.
Οφείλω να ομολογήσω-ξεφυλλίζοντάς τη σήμερα-ότι η δημοσιογραφική υποδοχή της ως βιβλιοπαρουσία, όσο και η επιστολική ανταπόκριση διαφόρων επιφανών λογοτεχνών της πόλης, υπήρξε πολύ επιεικής και γενναιόδωρη- στοργική θα έλεγα-με αυτά που εμφάνιζα τότε ως «ποιήματα», γεγονός που μου έδωσε ελπίδες για τη συνέχεια.
Ώσπου μια μέρα η αγία μητέρα μου με παρότρυνε λέγοντάς μου: «Να πας να συναντήσεις στο γραφείο του τον φίλο μας, τον κύριο Αλαβέρα και να του αφιερώσεις προσωπικά τη συλλογή σου…».
Ο «κύριος Αλαβέρας» ήταν τότε πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της οποίας η φήμη προηγείτο του ονόματός της.
Ύστερα από τηλεφωνική συνεννόηση, κανονίστηκε συνάντηση στο γραφείο του επί της οδού Βενιζέλου 14.
Με υποδέχτηκε θερμά, με την ίδια χαρακτηριστική χειραψία των τυχαίων μας συναντήσεων. Γύρω του βουνά τα βιβλία σε άτακτη τάξη ή τακτική αταξία, πράγμα που μαρτυρούσε σε μένα ότι λειτουργούσαν όλα σαν εργαλεία σε άμεση χρήση.
Με πατρικό ενδιαφέρον και με πάντα χαμόγελο, με ρώτησε για τις σπουδές μου, για τα σχέδιά μου και μου ζήτησε να του δώσω αυτό που είχα ετοιμάσει γι’ αυτόν. Το παρέλαβε με σπουδή και όση ώρα το περιεργαζόταν, κοίταζα γύρω μου αμήχανα τα βιβλία, τα τεύχη, τους σκληρόδετουςτόμους και ότι προλάβαινε το βλέμμα από τίτλους και ονόματα  συγγραφέων.
Ώσπου σε μια στιγμή, με κείνο το χαρακτηριστικό υποδηλωτικό του χαμόγελο, αφού έβγαλε τα γυαλιά του, με κοίταξε επίμονα και μου είπε:
«Θέλεις ακόμα πολλή δουλειά… Κατ’ αρχάς, αυτό δεν είναι βιβλίο… Ωστόσο, τα ποιήματα διακρίνω ότι έχουν ένα συναίσθημα και μια ενδιαφέρουσα τεχνοτροπία, που πρέπει όμως να καλλιεργηθεί. Δεν σου τα λέω αυτά για να σε αποθαρρύνω, τουναντίον. Επειδή βλέπω ότι υπάρχει «φλέβα», πρέπει να διαβάσεις πολύ. Να διαβάζεις περισσότερο και να γράφεις λιγότερο. Αν θέλεις να εξελιχθείς. Συνέχισε και τα ξαναλέμε…». Ανάμεσα στους συγγραφείς και στα βιβλία που θυμάμαι ότι μου συνέστησε να διαβάσω ήταν ο Τέλλος Άγρας (ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου), ο Ράϊνερ-Μαρία Ρίλκε με τις «Ελεγείες του Ντουίνο»,τα «Σονέτα του Ορφέα» και τα «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» και θεωρώ ότι αυτή η σύσταση-προτροπή του ήταν απολύτως στοχευμένη, σε σχέση με την προσωπική μου ιδιοσυστασία και πιθανώς με το ύφος μου και η πρώτη ουσιαστική προσέγγιση, που με έθεσε προ των ευθυνών μου. Κι από τότε άλλαξε κι ο δικός μου τρόπος και επίδοση. «Επειδή η Ποίηση είναι όντως μια πολύ δύσκολη υπόθεση…».
Και καθώς περνούσαν τα χρόνια και του αφιέρωνα κάθε καινούργια συγκομιδή μου, εκείνος παρακολουθούσε διακριτικά την εξέλιξή μου με επίνευση, για να φτάσει το 1992, 15 χρόνια μετά από την πρώτη μας εκείνη συνάντηση, να μου κάνει την τιμή να με προτείνει για μέλος στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, με την αίτησή μου υποστηριζόμενη από τις υπογραφές του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη και της κατά σάρκαν αδελφής του Ζωής Καρέλλη,οι οποίοι υπήρξαν άπαντες ανάδοχοί μου στην Εταιρία, την οποία μέχρι σήμερα, 25 χρόνια από τότε, εξακολουθώ ενεργά να την υπηρετώ.
Παρ’ όλο που η πεζογραφία, το δοκίμιο, η μελέτη αποτελούσαν το πεδίο δράσης του, ο ίδιος  διάβαζε πάντοτε βιβλίασε ποικιλία ενδιαφερόντωνκαι πολλά χειρόγραφα και δακτυλόγραφα λόγω επαγγέλματος, καθώς ήταν επιμελητής έκδοσης του μακροβιότερου λογοτεχνικού περιοδικούτης Θεσσαλονίκης που ίδρυσε ο Χρήστος Ντάλιας (ψευδώνυμο του Χρήστου Μαλάκη),το οποίο κυκλοφόρησε την 1η Μαρτίου του 1955 και που ο Τ. Αλαβέρας 29 ετών τότε και για 52 ολόκληρα χρόνια ανελλιπώς, συνέδεσε τη ζωή του μαζί του, παραμένοντας πιστός στην πόλη και στους ανθρώπους της. Αυτό της «Νέας Πορείας», το οποίο και τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 2006 με το Βραβείο Πέτρου Χάρη.
Γεννημένος στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας στις 30 Σεπτεμβρίου 1926, από τη βρεφική του ηλικία μέχρι την τελευτή του έζησε στη Θεσσαλονίκη.
Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της Λογοτεχνίας από τις στήλες του περιοδικού «ΜακεδονικόνΗμερολόγιον» το 1946, με τη δημοσίευση του διηγήματος «Μακεδονίτικα βουνά». Είναι μεταξύ των πρώτων πεζογράφων που εμφανίστηκαν την περίοδο αμέσως μετά την Κατοχή.Ακολουθεί μια σειρά δημοσίευσης διηγημάτων του από τον Ιούνιο του 1947 στο περιοδικό «Μορφές»και από τον Δεκέμβριο του 1948 στην «Ελληνική Δημιουργία», μέχρι το 1952, που εξέδωσε πια το πρώτο του βιβλίο.
Την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο: «Τα αγρίμια του άλλου δάσους», που πήρε πολύ καλές κριτικές και βρέθηκε μεταξύ των πρώτων μεταπολεμικών συγγραφέων που εξέδωσαν έργο τους. Ακολουθούν:«Το ρολόγι»(1957),«Το μισό του φεγγαριού»(1960),«Απ’ αφορμή»(1976) [το οποίο απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1977], «Γωνίες και όψεις»(1987) [το ο-ποίο απέσπασε το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών την ίδια χρονιά], «Οδοστρωτήρας» (1988), «Ως κυλιόμενος τάπης» (1998), «Με τον Μπαρμπαλιά» (1999), «Πρόσωπα και τόποι» (2005), «Ακριβά γούστα η κυρίακαι άλλα αφηγήματα»(2006), τα περισσότερα από τα οποία έτυχαν επανεκδόσεων σε άλλο χρόνο και από άλλη εκδοτική εταιρία.Πολλά έργα του μάλιστα τα χαρακτήριζε ως«αντιγραμμένα»,θέλοντας να δηλώσει ότι υπέστησαν κάποιας μορφής επέμβαση από τον ίδιο, στην προσαρμογή τους ….
Στον χώρο του Δοκιμίου κατέθεσε τρεις εκδόσεις: Το σημερινό συγγραφικό πρόβλημα (1961) με επανέκδοση το 2004, Διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης (1970) και Σημειώσεις (1990).
Στον χώρο του Θεάτρου το έργο «Οι άλλοι» (1971) και στο πεδίο του Χρονικού το ταξιδιωτικό «Σ’ ευθεία γραμμή - Ταξίδι στην Πολωνία» (1990) [το οποίο απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας το 1991].
Εκτός από τα περιοδικά που προανέφερα, συνεργάστηκε επίσης με τον «Λόγο», την «Κριτική», την «Νέα Εστία», τη «Λέξη» και τις εφημερίδες «Μακεδονία», «Θεσσαλονίκη», «Εσπερινή Ώρα», «Παγγαίο», «Ελληνικός Βορράς».Από το 1955 ως το 1957 πραγματοποίησε ραδιοφωνικές εκπομπές στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Θεσσαλονίκης και ανήκει στους Θεσσαλονικείς πεζογράφους της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς.
Είναι ένας από τους πρώτους συγγραφείς που αξιοποίησαν θεματικά την περίοδο του ελληνικού εμφυλίου. Το έργο του κινείται συμβατικά στο χώρο της ρεαλιστικής και κατά το δυνατό αντικειμενικής απεικόνισης καταστάσεων, στο βάθος όμως αποτελεί μια σχεδόν επιστημονικής α-κρίβειας καταγραφή εσωτερικών καταστάσεων των ηρώων του, έντονα επηρεασμένη από τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα και στο πλαίσιο της κοσμοθεωρίας που μέσα απ’ αυτές διαμόρφωσετην εκφορά του γραπτού του λόγου.
Στα 60 χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώιμη εμφάνισή του στη Λογοτεχνία το 1946 σε ηλικία 20 μόλις ετών, ο Αλαβέρας αποδείχτηκε ολιγογράφος κι αυτό γιατί είχε την υπομονή, την αντοχή και την αυτοπειθαρχία να περιμένει να ωριμάσουν μέσα του οι σκέψεις και οι λέξεις, ωσότου γίνουν έννοιες και διατυπωθούν. Έτσι, κατά γενική αποδοχή, η συνεισφορά του στη Νεοελληνική Λογοτεχνία είναι ιδιαίτερη, καθώς τοποθετείται στις παρυφές του εσωτερισμού,πουάνθισε παλαιότερα στη Θεσσαλονίκη, ως «Σχολή του Εσωτερικού Μονολόγου».
Η αφηγηματική πεζογραφία του Αλαβέρα συνεχίζει και ανανεώνει την εσωστρέφεια και την παράδοση της εσωτερικότητας της Θεσσαλονίκης, καθορίζοντας ταυτόχρονα και το ατομικό του στίγμα. Πρωταγωνιστές είναι οι χώροι της πόλης. Φορτίζουν συγκινησιακά και ταυτόχρονα ενεργοποιούν την ιστορική μνήμη. Συναντούμε ποικίλες αναφορές στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον της πόλης,στην ιστορία και την κοινωνική της δομή, στοιχεία τα οποία τελικά συγκροτούν το μύθο της «λογοτεχνικής πόλης».
Ο Αλαβέρας ανήκει στη γραμμή του μοντερνισμού και τα έργα του εντάσσονται στη λεγόμενη αστική πεζογραφία. Τα βιώματα και οι τραυματικές εμπειρίες από την Κατοχή, την αντίσταση και τον εμφύλιο, σημάδεψαν ανεξίτηλα το έργο του, το οποίο ανασυνθέτει λογοτεχνικά το μεταπολεμικό και μετεμφυλιακό τοπίο της Θεσσαλονίκης. Ανασυγκροτεί μέσα από τα ονόματα την κατοχική Θεσσαλονίκη κατονομάζοντας τις πιο αντιπροσωπευτικές γειτονιές της. Το αγωνιστικό πρόσωπο της πόλης προβάλλουν οι ήρωές του, που δραστηριοποιούνται κυρίως στους χώρους του κέντρου της πόλης.
Χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Τ. Αλαβέρα είναι η μη στασιμότητα και η διαφοροποίηση της γραφής, που γίνεται περισσότερο αισθητή καθώς παρεμβάλλονται μεγάλα διαστήματα σιωπής.
Στις 8 Ιουνίου του 1961, μαζί με άλλους γνωστούς ομοτέχνους του – πνευματικούς ανθρώπους, αφουγκραζόμενοι τις «ανάγκες της ώρας» (όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται), υπέγραψαν μια διακήρυξη στην οποία τονιζόταν η ανάγκη διευρύνσεως της ολοένα αυξανόμενης έντασης του λογοτεχνικού παλμού της πόλης υπέρ της γενικότερης  πνευματικής προόδου και η οργάνωση της ευρύτερης προβολής του μέσα από το πρόσωπο ενός λογοτεχνικού σωματείου, ώστε οι λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης να αποκτήσουν ένα κοινωνικά εμφανέστερο παρόν και να προχωρήσουν ακόμα σε θετικότερες διεκδικήσεις πνευματικές ή πρακτικότερες.
Έτσι λοιπόν, με την απόφαση με αριθμό 2893/62 του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ιδρύθηκε η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και το όραμα γίνεται πράξη.
Τη διακήρυξη αυτή είχαν υπογράψει οι: Τηλέμαχος Αλαβέρας, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, Τάκης Π. Γκοσιόπουλος, Γιώργος Δέλιος, Χρυσάνθη Ζιτσαία, Πάνος Θασίτης, Γιώργος Θέμελης, Αχιλλέας Καλεύρας,Ζωή Καρέλλη, Ηλίας Π. Κατσόγιαννης, Γιώργος Κιτσόπουλος, Κλείτος Κύρου, Παρασκευάς Ι. Μηλιόπουλος, Μπάμπης Νίντας, Χρήστος Ντάλιας, Αλεξάνδρα Παραφεντίδου, Ρούλα Παπαδημητρίου, Σαράντος Παυλέας, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πέτρος Σ. Σπανδωνίδης και Βασίλης Φράγκος.
[Αξίζει να αναφέρω εδώ, ότι τέσσερα από τα ιδρυτικά αυτά μέλη, ο Αλαβέρας, ο Αναγνωστάκης, ο Βαρβιτσιώτης, ο Βαφόπουλος, τυχαίνει να φοίτησαν και να αποφοίτησαν από αυτό το Σχολείο, το ιστορικό «Β΄ ΑΡΡΕΝΩΝ» (το σημερινό 2ο», ο δε Σαράντος Παυλέας υπηρέτησε εδώ κάποια χρόνια ως Γυμνασιάρχης. Απόφοιτος επίσης είναι ο γνωστός συγγραφέας Καραγάτσης.]
Η ίδρυση της Ε. Λ. Θ. συμπίπτει με την επέτειο των πενήντα χρόνων από τηναπελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό, σαράντα, περίπου χρόνια, α-πό την Ανταλλαγή των πληθυσμών και τηνέλευση των προσφύγων στο έδαφός της και, σχεδόν είκοσι από το τέλος της ταραγμένης πολε¬μικής δεκαετίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την εξόντωση του εβραϊκού στοιχείου και του Εμφυλίου.
Η πρώτη γενική συνέλευση των μελώνανέδειξετο πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο ο Αλαβέρας εξελέγη στη θέση του Γενικού Γραμματέα. Θέση στην οποία εξελέγετο συνεχώς επί 18 χρόνια, μέχρι το 1980, οπότε και εξελέγη στο αξίωμα του Προέδρου, από το οποίο υπηρέτησε την Εταιρία με συνέχεια και συνέπεια μέχρι τις 30 Ιουνίου του 2007, που εγκατέλειψε τον μάταιο αυτό κόσμο.
Επί των ημερών του, οι στοχεύσεις του κα-τευθύνονταν στην έμπρακτη αναγνώριση του ρόλου των λογοτεχνών στη ζωή της πόλης.
Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε κάποια σημεία-σταθμούς, που ο ίδιος είτε εισηγήθηκε είτε στηριξε είτε ενθάρρυνε επί των ημερών του:
Οι Δημόσιες Συζητήσεις, στις οποίες 3-4 λογοτέχνες αναλάμβαναν να δια¬πραγματευθούν κάποιο θέμα και να το συζητήσουν με το κοινό, υπήρξαναναμφισβήτητα μια επιλο¬γή ουσίας.
Οι παρόμοιες συναθροίσεις, με τη μορφή, όχι της από καθέδρας διδασκαλίας,αλλά της επικοινωνίας του δημιουργού μέσω της πρακτικής του διαλόγου, φανερώνει τη βαθιά συνείδηση της σημασίας που είχε  για τον Αλαβέραη άμεση και ανεπιτήδευτη σχέση του με τον δέκτη.
Αργότερα, όταν ο δημόσιος λόγος κατέστη ελεγχόμενος (1967),παραβλέποντας τις δυσκολίες και διακινδυνεύοντας εγκαινίασε τις Συνα¬ντήσεις με τους Νέους, που στην αρχή φιλοξενήθηκαν σε διάφορες αίθουσες της πόλης κι έμελλε να εξελιχθούν σ’ ένα σχολειό ελευθερίας,ευθύνης και αυτοσεβασμού, μέσα στο οποίο ανδρώθηκαν κάποιοι από τους σημαντικότερους λογοτέχνες της νεότερης γενιάς.Η χωρίς αποστάσεις, επαφή των φτασμένων τεχνιτών με τους εκκολαπτόμενους ομοτέχνους τους, υπήρξε η λυδία λίθος του αυτοσεβασμού,που οδήγησε τις συναντήσεις
αυτές στο να καταστούν ένα εργαστήριο αισθητικής και ήθους του λόγου.
Οι  Εξορμήσεις στη Επαρχία, όπου με τη συνεργασία των τοπικών πνευματικών δυνάμεων οργανώνονταν συζητήσεις των μελών της Εταιρίας με τους εκτός Θεσσαλονίκης νέους που έγραφαν και αντάλλασσαν απόψεις πάνω στα λογοτεχνικά τους ενδιαφέροντα, άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας με επίδοξους νέους λογοτέχνες, που μέχρι τότε δεν είχαν πρόσβαση στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, με ό, τι αυτό σήμαινε για την εξέλιξή τους.
Επί προεδρίας του, η απόφαση να οργανωθεί ένα Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Συνέδριο με θέμα «Τα συγγραφικά δικαιώματα», σε συνεργασία με τα Λογοτεχνικά Σωματεία της Αθήνας,κατέληξε στην πραγματοποίησή του στη Θεσσαλονίκη στις 3 Δε¬κεμ-βρίου του 1981και απέδωσε τα πορίσματα, που αργότερα αποτέλεσαν τη βάση του σημερινού νομοθετικού πλαισίου για τα πνευματικά δικαιώματα.

Η συμβολή του λοιπόν στο «γίγνεσθαι» του λογοτεχνικού μας πολιτισμού, ( όπως γίνεται-νομίζω-ευδιάκριτη από τις λίγες λέξεις που κατάφερα να συνδέσω επιχειρώντας να διατρέξω στη χρονική επιπολή της και στο πλαίσιο της κλεψύδρας μιας αφιερωματικής εισηγήσεως, σκιαγραφώντας τη μορφή, τη διαδρομή και το έργο ενός πραγματικά άξιου πνευματικού δημιουργού,συνειδητού Έλληνα,σκεπτόμενου πολίτη και προπάντων αληθινού και δίκαιου φίλου, που άφησε ως παρακαταθήκη σε όλους εμάς τους «επιγόνους εν τω λόγω» το παράδειγμά του,είναι αναμφισβήτητα κάτι παραπάνω από σημαντική.

Η Πνευματική Ελληνική Πολιτεία, εκτός από τα δύο Κρατικά Βραβεία και τα δύο Βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών με τα οποία τον τίμησε, αναγνωρίζοντας το έργο του και τη δράση του, «στέγασε» τη συνολική του προσφορά σε μια ύψιστη διάκριση, απονέμοντάς του το 2007, το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας.

Σήμερα, δέκα χρόνια και κάτι μήνες μετά από την αποδημία του, έχοντας λιγοστέψει δραματικά τα γνωστά πρόσωπα στο δρόμο και οι «…καλημερο-καλησπέρες», ενθυμούμενος συχνά τη μορφή του αγαπητού φίλου, δασκάλου  και εκλεκτού συναδέλφου Τηλέμαχου Αλαβέρα, περπατώντας στην παλιά παραλία σε ανύποπτες μέρες, αποτιμώ τη ζωή του σαν ένα ταξίδι ή καλύτερα σαν «έναν αγαπημένο περίπατο από τη Θράκη στο Ταίναρο και τούμπαλιν», χρησιμοποιώντας τα δικά του λόγια από την απάντησή του σε σχετική ερώτηση κάποιας συνέντευξης. Ερμηνεύοντάς τη σαν μια μεγάλη αγκαλιά που χωρούσε την Ελλάδα από τη μιαν άκρη της στην άλλη. Γιατί απλούστατα «αισθανόταν Νεοέλληνας Συγγραφέας» και «δεν ήταν  με το μέρος όσων επιχωριάζουν και μόνο».
Γιατί «από ένα μέτριο βιβλίο, προτιμούσε ένα κακό βιβλίο».
Γιατί στα περί «Σχολής Θεσσαλονίκης», έβαζε πάντοτε εισαγωγικά, μη πιστεύοντας στην ύπαρξή της.
Γιατί ονειρευόταν πάντα την ειρήνη.
Γιατί στα μάτια της συζύγου του, εκλεκτής ποιήτριας Ρούλας, θα καθρεφτίζεται πάντα η αγάπη και η ειλικρίνεια του προσώπου του.
Γιατί για τη δική του αίσθηση η γλώσσα είναι το εφαλτήριο, ο κορμός και το έδαφος για τη δημιουργία και τη βίωση του λογοτεχνήματος.

Τέλος, γιατί για εκείνον «καλό βιβλίο» δεν σήμαινε τίποτ’ άλλο από:«Μπούσουλας». «Μια σε βάθος κατευθυντήρια πρόταση να στρώσεις τον εαυτό σου».

Σας ευχαριστώ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  Ι. ΜΠΡΟΥΧΟΣ

Θεσσαλονίκη, «Β΄ ΑΡΡΕΝΩΝ»
Σύλλογος «ΙΚΤΙΝΟΣ»
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018, ώρα 20:00