Εκτύπωση

Βιογραφικό Ντ. Χριστιανόπουλου

Posted in Αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο (4-3-13)

Βιογραφικό σημείωμα Ντίνου Χριστιανόπουλου 

            Ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης ή Ντίνος Χριστιανόπουλος, όπως είναι το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, είναι γιος του Αναστάση Δημητριάδη και της Φανής το γένος Αποστολίδη, οι οποίοι ήρθαν στον ελλαδικό χώρο το 1924 από την Κωνσταντινούπολη, ως ανταλλάξιμοι. Εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Βέροια και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, όπου και γεννήθηκε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1931. Αρχικά τελείωσε το 1ο Δημοτικό Σχολείο Β΄ Περιφέρειας και στη συνέχεια το 8τάξιο, τότε, Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων, το 1949. Την ίδια χρονιά μπήκε στη φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, απ’ όπου αποφοίτησε το 1954 ως πτυχιούχος κλασικής φιλολογίας. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης, ως επιμελητής τυπογραφικών δοκιμίων και ως γκαλερίστας.

            Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, παρ’ όλο που έχει καταξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου –ίσως και στη δική του- ως ποιητής, είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Εκτός από ποιητής υπήρξε πεζογράφος, μεταφραστής, κριτικός, μελετητής, φιλόλογος, εκδότης, γκαλερίστας αλλά και μουσικός.

            Ως γκαλερίστας, το 1974 ίδρυσε τη «Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου» με στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της Θεσσαλονίκης (δηλαδή ζωγράφων, γλυπτών και φωτογράφων), έχοντας στενούς συνεργάτες τον ζωγράφο Κάρολο Τσίζεκ και τον εξαιρετικό τυπογράφο Νίκο Νικολαΐδη. Η λειτουργία της πινακοθήκης κράτησε έως το 1995.

            Το 1958 ίδρυσε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό «Διαγώνιος», το οποίο κυκλοφόρησε μέχρι το 1983, πάντα κάτω από τη δικά του διεύθυνση. Το 1957 είχε προηγηθεί η έκδοση ενός τόμου, όπου συνεργαζόταν για πρώτη φορά ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με τον Κάρολο Τσίζεκ, ενώ το 1962 άρχισαν να κυκλοφορούν τυπικά και οι αυτοτελείς εκδόσεις της «Διαγωνίου», οι οποίες παρατάθηκαν έως το 1998.

            Η «Διαγώνιος» δεν ήταν ένα απλό λογοτεχνικό περιοδικό. Το πρώτο τεύχος της ήταν γραμμένο εξολοκλήρου από τον ίδιο τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ενώ ήδη από το δεύτερο τεύχος, ανάμεσα στους συνεργάτες του συγκαταλέγονται πολύ γνωστά ονόματα, όπως ο Γιώργος Βαφόπουλος, ο Οδυσσέας Ελύτης, η Ζωή Καρέλλη, ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης. Η πορεία του περιοδικού χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Όπως αναφέρει και ο ίδιος ο Ντίνος Χριστιανόπουλος,

«Στην πρώτη περίοδο της Διαγωνίου, η οποία βασίζεται στην αρχή της ελευθερίας (ο καθένας είναι ελεύθερος να γράψει ό,τι θέλει κι όπως θέλει), δέχτηκα συνεργασίες από τους Πεντζίκη, Καρέλλη, Σινόπουλο κ.α. που ο λόγος τους δεν ταυτιζόταν με τις αισθητικές μου προτιμήσεις. Αργότερα βρέθηκε για το περιοδικό μια ισορροπία: να μην είμαστε ούτε έξαλλα μοντέρνοι κι ούτε ανόητα παραδοσιακοί. Ένας συγκερασμός της παράδοσης με το μοντέρνο, κι αυτή υπήρξε η αισθητική γραμμή της “Διαγωνίου”, που αρχίζει από τη δεύτερη περίοδο του περιοδικού, όπου πληθαίνουν τα παραδοσιακά κείμενα.»

Η «Διαγώνιος» προώθησε κυρίως τον ποιητικό ρεαλισμό και το ρεαλιστικό αφήγημα μικρής φόρμας, χωρίς να αποκλείει άλλα ποιοτικά και ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα. Διαμόρφωσε έναν λογοτεχνικό κύκλο, τον λεγόμενο «κύκλο των ποιητών της Διαγωνίου» και μέσα από τις σελίδες της εμφανίστηκαν ή εδραιώθηκαν νέοι τότε λογοτέχνες, όπως ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Βασίλης Καραβίτης, ο Χρήστος Λάσκαρης, ο Π. Σωτηρίου (λογ. ψευδώνυμο του Παναγιώτη Πίστα), η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ο Κώστας Ριτσώνης, ο Τόλης Καζαντζής, ο Περικλής Σφυρίδης, ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο Γ. Αδαμίδης (λογ. ψευδώνυμο του Γιώργου Κορδομενίδη) , ο Τάσος Καλούτσας κ.α.

            Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα το 1945. Ως ποιητής όμως, μπορούμε να πούμε ότι εμφανίζεται ουσιαστικά το 1950 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Εποχή των ισχνών αγελάδων». Η επανέκδοση, μάλιστα, της συγκεκριμένης συλλογής το 1952 γίνεται αιτία να αποπεμφθεί από τον χώρο των κατηχητικών, με τον οποίο ήταν συνδεδεμένος έως τότε. Η συλλογή είναι επηρεασμένη τόσο από τον Καβάφη όσο και από τον Έλιοτ, μ’ ένα μείγμα επίδρασης, όμως, που ικανοποιεί και εκφράζει τον δημιουργό τους. Στα ποιήματα παρουσιάζονται πρόσωπα από την Αγία Γραφή, τη μυθολογία και το Βυζάντιο τα οποία γίνονται προσωπεία εξομολόγησης του ποιητή. Συναντάμε αγίους που δεν κρύβουν τον ερωτισμό τους αλλά και πόρνες να μιλούν με άκρα ευσέβεια, ενώ κυρίαρχη είναι η αγωνία της ερωτικής στέρησης.

            Ο ερωτισμός, άλλοτε ως υπόστρωμα και άλλοτε ως κεντρικός πυρήνας, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του μεγαλύτερου μέρους του ποιητικού έργου του τιμώμενου. Όπως λέει και ο ίδιος, χυδαιότητα και αγνότητα συμφύρονται σ’ όλη του την ποίηση, μόνο που στην αρχή της είναι μεγαλύτερα τα ποσοστά της αγνότητας. Παρ’ όλα αυτά, δε λείπουν κοινωνικές ευαισθησίες, κυρίως στη συλλογή με τον οριστικό τίτλο «Αλλήθωρος» (αρχικά είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Προάστια»), όπου, όπως αναφέρει και ο ίδιος, με το ένα μάτι είναι στραμμένος στον εαυτό του και με το άλλο στον διπλανό του. Το γεγονός αυτό επιτρέπει τον παραλληλισμό του Χριστιανόπουλου με τον Αναγνωστάκη και τον χαρακτηρισμό του ενός ως παραπληρωματικού του άλλου. Το έργο του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται ουσιαστικά ως πολιτική κατάθεση, διαθέτουσα ,όμως, μεταφυσικό βάθος και υπαρξιακές προεκτάσεις, ενώ το έργο του τιμώμενου ως ατομική έκφραση, χωρίς όμως, την απουσία κοινωνικών στοιχείων.

            Η μορφή και η τεχνοτροπία των ποιημάτων του Χριστιανόπουλου δεν είναι ίδια σε όλες του τις συλλογές και δεν είναι στους σκοπούς της σημερινής εκδήλωσης να γίνει τέτοιου είδους ανάλυση. Μπορούμε, όμως, να πούμε, ότι με τον Χριστιανόπουλο ο ποιητικός ρεαλισμός βρίσκει έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς εκφραστές του. Ο ποιητικός λόγος στοχεύει κατευθείαν στο κέντρο του βιώματος, το οποίο μεταδίδει με αμεσότητα, χωρίς υπαινιγμούς, απαλλαγμένο από καλλιλογίες, γλαφυρότητες και εξεζητημένα στολίδια. Το ξάφνιασμα που ο αποζητά ο μοντερνισμός, δεν πετυχαίνεται με διάσπαση της έλλογης τάξης ή διανοητικές σκοτεινότητες, αλλά με λεκτικές συμπυκνώσεις, εκδίωξη κάθε περιττού και απογύμνωση του υπαρξιακού πυρήνα.

            Δεν είναι εύκολο σε κάποιον να απαριθμήσει το ποιητικό έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ο λόγος είναι γιατί ο ποιητής επεξεργάζεται εκ νέου ορισμένα ποιήματά του, εντάσσοντάς τα σε συλλογές με διαφορετικό τίτλο. Άλλη πηγή αναφέρει 15 ποιητικές συλλογές, άλλη 17, άλλη 22. Όπως λέει και ο ίδιος, έχει γράψει 289 ποιήματα –ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο- και έχει εκδώσει ουσιαστικά 8 ποιητικές συλλογές.

            Όσον αφορά το πεζογραφικό έργο του Χριστιανόπουλου, κάθε άλλο παρά αμελητέο μπορεί να χαρακτηρισθεί. Έχει εκδώσει 5 συλλογές, οι οποίες συγκινούν, ελκύουν και ξαφνιάζουν με τα θέματα και την πλοκή τους. Τεχνοτροπικά κινείται στα όρια της παραδοσιακής αφήγησης και αρκείται, συνήθως, στην περιγραφή ενός περιστατικού ή ενός πορτραίτου. Το γεγονός αυτό στερεί από τα περισσότερα πεζά του κείμενα τον αέρα της νεωτερικότητας που χαρακτηρίζει τον ποιητικό του λόγο, με εξαίρεση, ίσως, το πρώτο μέρος της συλλογής διηγημάτων με τίτλο «Οι ρεμπέτες του ντουνιά». Πιθανότατα αυτός να είναι και ο λόγος που η ιδιότητα του ποιητή έχει υπερκεράσει την ιδιότητα του πεζογράφου και το πεζογραφικό του έργο θεωρείται από ορισμένους ως συμπλήρωμα του ποιητικού του.

            Ως μεταφραστής εμφανίζεται στο κοινό το 1959, ενώ το 1966 εκδίδει ένα μικρό τόμο με λογοτεχνικές του μεταφράσεις, το «Εντευκτήριο», ο οποίος επαυξανόταν με νεότερες εκδόσεις. Το 2007 το «Εντευκτήριο» διασπάται εκδοτικά σε «Εντευκτήριο Ι», όπου περιλαμβάνονται μεταφράσεις αρχαιοελληνικών, λατινικών και βυζαντινών ποιημάτων, και σε «Εντευκτήριο ΙΙ», όπου εντάχθηκαν μεταφράσεις σύγχρονων έργων, που είχαν γραφτεί σε άλλες γλώσσες. Ως πυξίδα στη μεταφραστική διαδικασία έχει συχνά τη διάθεσή του και τις αισθητικές του προτιμήσεις. Έτσι, πολλές φορές από την απόλυτη απόδοση του πρωτότυπου νοήματος προτιμά να κρατήσει τη συγκίνηση και τη λογοτεχνική ανάσα, γεγονός που κάνει τον ίδιο να πει ότι «ντρέπεται για τις μικρές δολιοφθορές του». Άξια αναφοράς είναι τέλος μετά το 1995 η αφιέρωση μέρους του μεταφραστικού του έργου στην απόδοση ιερών κειμένων («Η επί του όρους ομιλία του Κυρίου», «Το άγιο και ιερό ευαγγέλιο κατά τον Ματθαίο», «Από τη νεκρώσιμη ακολουθία»).

            Σχετικά με το κριτικό έργο του Χριστιανόπουλου, μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο διάστημα της πνευματικής πορείας του είναι στραμμένο κυρίως προς τη βιβλιοκριτική, ενώ προϊόντος του χρόνου το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις βιβλιοκρισίες προς τις μελέτες και τα δοκίμια. Στις βιβλιοκρισίες του διατηρεί διαύγεια και παρουσιάζει με σαφήνεια όσα θετικά εντοπίζει, χωρίς, όμως, να χαρίζεται στους λογοτέχνες με τα σημεία που διαφωνεί.

            Στα δοκιμιακά του κείμενα δε λείπει η πεποίθηση γνώμης ενταγμένη σε περιβάλλον συναισθηματικής έντασης. Όπως αναφέρει και ο ίδιος, ενώ η μελέτη είναι προϊόν έρευνας και έρχεται απ’ έξω, το δοκίμιο είναι σαν το ποίημα, βγαίνει από μέσα, έχει περισσότερο λογοτεχνικό παρά φιλολογικό χαρακτήρα, «είναι στοχασμός που μουσκεύει μέσα στην αδιάκοπη παλίρροια της καρδιάς». Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει γράψει περίπου 80 μελέτες και δοκίμια, όπου, παρά την έλλειψη ουδετερότητας του δοκιμιακού λόγου, διακρίνει κανείς μαχητικότητα, διαύγεια και κριτικό στοχασμό. Άξιο αναφοράς είναι το κομμάτι του ερευνητικού του έργου που αφορά τη Θεσσαλονίκη, καθώς είναι καταγραφέας των πρώτων ελληνικών εκδόσεων της περιοχής και 52 μελέτες του σχετίζονται με την ιστορίας της πόλης.

            Τελειώνοντας, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι το έργο του τιμώμενου είναι στενά συνδεδεμένο με τη μουσική. Απλές αναφορές σε πρόσωπα που παίζουν ή ακούν μουσική (από latin μέχρι κλασσική και από λαϊκά τραγούδια μέχρι βυζαντινούς ύμνους) συναντάμε σε πολύ μεγάλος μέρος του λογοτεχνικού του έργου. Εκτός απ’ αυτό όμως, η λαϊκή μουσική και κυρίως το ρεμπέτικο με επίκεντρο τον Τσιτσάνη, διεκδικούν ένα σημαντικό μέρος του ερευνητικού του έργου. Η αγάπη του, μάλιστα, για τον συγκεκριμένο δημιουργό, τον οδήγησε να ιδρύσει το λαϊκό μουσικό συγκρότημα «Βασίλης Τσιτσάνης», στο οποίο συμμετέχει και ο ίδιος τραγουδώντας. Ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Διονύσης Σαββόπουλος κ.α. Ο ίδιος ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έχει γράψει τους στίχους και τη μουσική για περίπου 30 τραγούδια, μέρος των οποίων θα ακουστούν σήμερα.

            Για το έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου δημοσιεύτηκαν 22 αυτοτελείς εκδόσεις και έχουν γίνει 9 αφιερώματα περιοδικών. Έχουν εκδοθεί 5 βιβλία με μεταφράσεις ποιημάτων του στα σουηδικά, δανέζικα, αγγλικά και γαλλικά, ενώ έργα του μεταφράστηκαν ακόμα στα ιταλικά, σερβικά, ρωσικά, γερμανικά, αλβανικά, ολλανδικά, πολωνικά. Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. και την ίδια χρονιά του απονεμήθηκε το «Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων» για το σύνολο του έργου του, το οποίο όμως αποποιήθηκε, για λόγους που έχει εξηγήσει στο παρελθόν.

 Γιώργος Μουμουζιάς